Μετάβαση στο περιεχόμενο

ϝεργαλεῖον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ϝεργαλεῖον < *ϝέργ-αλ(ον)[1] + -εῖον  δείτε ἐργαλεῖον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ϝεργαλεῖον ουδέτερο

  • κρητικός τύπος του ἐργαλεῖον
      5ος πκε αιώνας Επιγραφή στη Γόρτυνα @epigraphy.packhum.org
    μας, ἰστός, ἔρια κε̄ρίθεκν-
    α, ϝεργαλεῖα σιδάρια, ἄρατ-
    ρον, δυγὸν βοο̃ν, κάπετον, μ-
    μας, αργαλειός, μαλλιά χειροτεχνικά, εργαλεία σιδερένια, [ένα] άροτρο, [ένα] ζευγάρι βόδια, φτυάρι?, μ
    Μετάφραση στα αγγλικά: pdf, p.4 Rubinstein, Lene. Law-enforcement in the Hellenistic cities:
    Σχόλια στα γαλλικά: Effenterre, Henri Van. Françoise Ruzé. (1995) Νomina. Recueil d’inscriptions politiques et juridiques de l’archaïsme grec, @persee.fr σελ.165, σχόλια σ.166, γλωσσάρι σ.169.

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εργαλείο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.