водка

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

водка (bg) θηλυκό

  1. η βότκα



Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

водка (uk) θηλυκό

  1. η βότκα



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

водка 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

водка (ru) θηλυκό

  1. η βότκα