βότκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βότκα βότκες
γενική βότκας
αιτιατική βότκα βότκες
κλητική βότκα βότκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βότκα < ρωσική водка < υποκοριστικό του вода (νερό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βότκα θηλυκό

  • οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]