дете

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

дете (bg) ουδέτερο


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

дете (sr)

→ δείτε τη λέξη  дете