етимологија
Εμφάνιση
Σερβικά (sr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]етимологија (sr) (λατινική γραφή: etimologija) θηλυκό
Σλαβομακεδονικά (mk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]етимологија (mk) θηλυκό
етимологија (sr) (λατινική γραφή: etimologija) θηλυκό
етимологија (mk) θηλυκό