етимологија

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

етимологија (sr) (λατινική γραφή: etimologija) θηλυκό

  1. η ετυμολογία



Σλαβομακεδονικά (mk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

етимологија (mk) θηλυκό

  1. η ετυμολογία