изток

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

изток (bg) αρσενικό

  1. η ανατολή (σημείο του ορίζοντα)