Μετάβαση στο περιεχόμενο

кромпир

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

кромпир (sr) (λατινική γραφή: krompir) αρσενικό