πατάτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατάτα πατάτες
γενική πατάτας πατατών
αιτιατική πατάτα πατάτες
κλητική πατάτα πατάτες
πατάτες σε πιάτο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατάτα < ιταλική patata < ισπανική patata / batata < ταΐνο batata

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paˈta.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατάτα θηλυκό

  1. (Solanum tuberosum) ποώδες πολυετές φυτό, το οποίο καλλιεργείται για τον εδώδιμο κόνδυλό του
  2. ο εδώδιμος κόνδυλος του παραπάνω φυτού που έχει καστανή φλούδα, λευκή ή κίτρινη σάρκα. Συνιστά μία από τις πιο νόστιμες κι εύπεπτες τροφές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γεώμηλο
  3. (συνεκδοχικά) ο παραπάνω κόνδυλος, όταν μαγειρεύρεται, ή το φαγητό ή η γαρνιτούρα που παρασκευάζεται μαγειρεύοντάς τον
  4. (σκωπτικά) καθετί με χοντροκομμένο σχήμα
  5. (μεταφορικά) μεγάλο λάθος ή γκάφα
  6. (μεταφορικά) κάτι που δεν έχει αξία ή ενδιαφέρον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]