Kartoffel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaʁˈtɔfl̩/
Kartoffel 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kartoffel (de) θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Die dümmsten Bauern haben die dicksten Kartoffeln: Οι πιο χαζοί αγρότες έχουν τις μεγαλύτερες πατάτες (για κάποιον που είναι τυχερός και ηλίθιος)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]