patate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

patate 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
patate patates

patate (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) η πατάτα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: pomme de terre
  2. (οικείο) χαζούλης, αφελής
  3. (οικείο) ένα εκατομμύριο από centime ή, αλλιώς, δέκα χιλιάδες φράγκα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: niais, stupide
  4. patate douce: γλυκοπατάτα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. avoir la patate: έχω όρεξη για κάτι, είμαι γεμάτος ζωή, ενέργεια, ενθουσιασμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: avoir la frite
  2. en avoir gros sur la patate: είμαι πικραμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: en avoir gros sur le coeur
  3. se refiler la patate chaude: ξεφορτώνομαι ένα δύσκολο θέμα, μια σπαζοκεφαλιά (απόδοση του αγγλικού hot potato)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
patata patate

patate (it)