patata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata (es)


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

patata > ισπανική patata

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
patata patate

patata (it)

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata (ca)

Κορνουαλικά (kw)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata (kw)

Σικελικά (scn)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata (scn)

Σαρδηνιακά (sc)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata

  1. (βοτανική) η πατάτα


Σράναν (srn) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

patata