kartupelis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kartupelis (lv) αρσενικό