Μετάβαση στο περιεχόμενο

лекција

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

лекција (sr) (λατινική γραφή: lekcija) θηλυκό