майка

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

майка (bg)

  1. η μητέρα, η μάνα



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

майка (ru)

  1. το φανελάκι