маці

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λευκορωσικά (be) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

маці (be) και мама

  1. η μητέρα, η μάνα