период

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

период (bg) ουδέτερο

  1. η περίοδος



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

период (ru) ουδέτερο

  1. η περίοδος