перчатка

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

перчатка 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

перчатка (ru) θηλυκό