син

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

син (bg) αρσενικό

  1. ο γιος

Επίθετο[επεξεργασία]

син (bg) αρσενικό

  1. γαλανός



Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

син (uk)