синагога

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

синагога (bg) θηλυκό

  1. η συναγωγή



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

синагога (ru) θηλυκό

  1. η συναγωγή