أم

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αραβικά (ar) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

أم (ar) (umm)

  1. η μητέρα, η μάνα