مادر

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Περσικά (fa) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

مادر (fa)

  1. η μητέρα, η μάνα