பிரென்ச்

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ταμίλ (ta) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

பிரென்ச் (ta)

  1. τα γαλλικά, η γαλλική γλώσσα