అల

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φιλιππινέζικα (tl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

అల (tl) (ala)