ἀνατολή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνατολή < ἀνατέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνατολή θηλυκό (πληθυντικός: ἀνατολαί), (ποιητικά: ἀντολή)

  1. η εμφάνιση ενός αστρικού σώματος πάνω από τον ορίζοντα, η ανατολή
  2. η πηγή ενός ποταμού
  3. η εμφάνιση νέου δοντιού