Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνωστικῶς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνωστικῶς < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἀνωστικῶς

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

νέα ελληνικά: