ἄγειος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄγειος < α- (στερητικό) + γῆ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄγειος, -ος, -ον

  1. αυτός που δεν έχει γη, έδαφος
  2. (συνεκδοχικά) ο συνεχώς ναυτιλλόμενος