ἄμβαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμβαρ < ελληνιστική κοινή ἄμβαρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμβαρ ουδέτερο



→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμβαρ < αραβική عنبر (ʿanbar)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμβαρ ουδέτερο