ἄμβαρ
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄμβαρ < ελληνιστική κοινή ἄμβαρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄμβαρ ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄμβαρ - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἄμβαρ | τὰ | ἄμβαρᾰ |
| γενική | τοῦ | ἄμβαρος | τῶν | ἀμβάρων |
| δοτική | τῷ | ἄμβαρῐ | τοῖς | ἄμβαρσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | ἄμβαρ | τὰ | ἄμβαρᾰ |
| κλητική ὦ! | ἄμβαρ | ἄμβαρᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄμβαρε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀμβάροιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἔαρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄμβαρ ουδέτερο
- η άμβρα
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄμβαρ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἄορ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄορ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)