Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄμβαρ

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμβαρ < ελληνιστική κοινή ἄμβαρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμβαρ ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄμβαρ τὰ ἄμβαρ
      γενική τοῦ ἄμβαρος τῶν ἀμβάρων
      δοτική τῷ ἄμβαρ τοῖς ἄμβαρσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄμβαρ τὰ ἄμβαρ
     κλητική ! ἄμβαρ ἄμβαρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄμβαρε
γεν-δοτ τοῖν  ἀμβάροιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἔαρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄμβαρ < αραβική عنبر (ʿanbar)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄμβαρ ουδέτερο