ἄρουρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρουρα < ἀρόω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erh₃- (οργώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄρουρα θηλυκό

  1. η καλλιεργήσιμη γη
  2. (γενικότερα) η γη, το χώμα, το έδαφος
    ἄχθος ἀρούρης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]