ἄρουρα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἄρουρᾰ | αἱ | ἄρουραι |
| γενική | τῆς | ἀρούρᾱς ἀρούρης |
τῶν | ἀρουρῶν |
| δοτική | τῇ | ἀρούρᾳ ἀρούρῃ |
ταῖς | ἀρούραις |
| αιτιατική | τὴν | ἄρουρᾰν ἄρουρην |
τὰς | ἀρούρᾱς |
| κλητική ὦ! | ἄρουρᾰ | ἄρουραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀρούρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀρούραιν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄρουρα < ἀρόω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂erh₃- (οργώνω)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄρουρα θηλυκό
- η καλλιεργήσιμη γη
- (γενικότερα) η γη, το χώμα, το έδαφος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 379 (376-379)
- «Τηλέμαχ᾽, οὔ τις σεῖο κακοξεινώτερος ἄλλος· | οἷον μέν τινα τοῦτον ἔχεις ἐπίμαστον ἀλήτην, | σίτου καὶ οἴνου κεχρημένον, οὐδέ τι ἔργων | ἔμπαιον οὐδὲ βίης, ἀλλ᾽ αὔτως ἄχθος ἀρούρης.
- «Τηλέμαχε, άλλος δεν είναι πιο κακόξενος από την αφεντιά σου! | Που περιμάζεψες εδώ ένα ρεμάλι βρώμικο, | έναν αχόρταγο, που ξέρει μόνο να τρώει και να πίνει, άχρηστο για δουλειά, | στη δύναμη ψοφίμι, βάρος της γης·
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- «Τηλέμαχ᾽, οὔ τις σεῖο κακοξεινώτερος ἄλλος· | οἷον μέν τινα τοῦτον ἔχεις ἐπίμαστον ἀλήτην, | σίτου καὶ οἴνου κεχρημένον, οὐδέ τι ἔργων | ἔμπαιον οὐδὲ βίης, ἀλλ᾽ αὔτως ἄχθος ἀρούρης.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 20 (υ. Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.), στίχ. 379 (376-379)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄρουρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄρουρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'βοήθεια' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βοήθεια' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)