Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἑτεροθαλής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ετεροθαλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἑτεροθαλής < ἕτερος + θάλλω

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἑτεροθαλής, -ής, -ές