Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἠθικός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἠθικός ἠθική τὸ ἠθικόν
      γενική τοῦ ἠθικοῦ τῆς ἠθικῆς τοῦ ἠθικοῦ
      δοτική τῷ ἠθικ τῇ ἠθικ τῷ ἠθικ
    αιτιατική τὸν ἠθικόν τὴν ἠθικήν τὸ ἠθικόν
     κλητική ! ἠθικέ ἠθική ἠθικόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἠθικοί αἱ ἠθικαί τὰ ἠθικᾰ́
      γενική τῶν ἠθικῶν τῶν ἠθικῶν τῶν ἠθικῶν
      δοτική τοῖς ἠθικοῖς ταῖς ἠθικαῖς τοῖς ἠθικοῖς
    αιτιατική τοὺς ἠθικούς τὰς ἠθικᾱ́ς τὰ ἠθικᾰ́
     κλητική ! ἠθικοί ἠθικαί ἠθικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἠθικώ τὼ ἠθικᾱ́ τὼ ἠθικώ
      γεν-δοτ τοῖν ἠθικοῖν τοῖν ἠθικαῖν τοῖν ἠθικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ἠθικός < ἦθος + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἠθικός, -η, -ον

  1. αυτός που αναφέρεται στα ήθη, ο ηθικός
  2. αυτός που εκφράζει ηθικό χαρακτήρα, αυτός που επιδεικνύει ήθος