ἵσδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἵσδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sisdō / *sizdō < *sed- (κάθομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἵσδω

  • δωρικός τύπος του ἵζω