Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀσφῦς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὀσφῡ-, ὀσφῠ-
ονομαστική ὀσφῦς οἱ ὀσφύες
      γενική τοῦ ὀσφύος τῶν ὀσφύων
      δοτική τῷ ὀσφύῐ̈ τοῖς ὀσφύσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ὀσφῦν
ὀσφύα
τοὺς ὀσφῦς
     κλητική ! ὀσφῦ ὀσφύες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀσφύε
γεν-δοτ τοῖν  ὀσφύοιν
Το υ στις καταλήξεις είναι βραχύ ῠ- σε τρισύλλαβα και μακρό ῡ- σε δισύλλαβα.
3η κλίση, Κατηγορία 'ἰχθύς' όπως «ἰχθύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀσφῦς < αβέβαιης ετυμολογίας. Θεωρείται λέξη από την προελληνική και έχει συνδεθεί με το ὀστέον και συγκριθεί μορφολογικά με άλλες λέξεις που δηλώνουν μέρη του σώματος όπως ἰξύς, νηδύς που μοιράζονται την ίδια κατάληξη -ῡς. Το φῡ- έχει συγκριθεί με το ἔ-φῡ-ν και το σφυδῶν (ισχυρός). Κατά τον Φουρνέ (Furnée) σχετίζεται αναμφίβολα με το ψόαι (οσφυϊκοί μύες) καθώς και με τις ποίκιλες μορφές του ψοιαί, ψύαι, ψυαί, φοῦλες, φύλλες. Σύμφωνα με τον Μεγιέ (Meillet) το ὀ- αποτελεί προθεματικό φωνήεν.[1][2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.spʰyˇːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφῦς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὀσφῦς, -ύος θηλυκό

  1. (ανατομία) η νεφραμιά
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 40.2
    ἐπεὰν ἀποδείρωσι τὸν βοῦν, κατευξάμενοι κοιλίην μὲν κείνην πᾶσαν ἐξ ὦν εἷλον, σπλάγχνα δὲ αὐτοῦ λείπουσι ἐν τῷ σώματι καὶ τὴν πιμελήν, σκέλεα δὲ ἀποτάμνουσι καὶ τὴν ὀσφὺν ἄκρην καὶ τοὺς ὤμους τε καὶ τὸν τράχηλον.
    Όταν λοιπόν γδάρουν πια το ζώο και πουν τις προσευχές τους, του αφαιρούν ολόκληρο το στομάχι, αφήνουν μέσα στο σώμα τα εντόσθια και το ξίγκι, και του κόβουν τα πόδια, την άκρη της νεφραμιάς, τη σπάλα και το σβέρκο.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  2. (ανατομία) η σπονδυλική στήλη, η ραχοκοκαλιά
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 497 (496-499)
    κνίσῃ τε κῶλα συγκαλυπτὰ καὶ μακρὰν
    ὀσφῦν πυρώσας δυστέκμαρτον εἰς τέχνην
    ὥδωσα θνητούς, καὶ φλογωπὰ σήματα
    ἐξωμμάτωσα, πρόσθεν ὄντ᾽ ἐπάργεμα.
    και μες στη σκέπη τυλιχτούς καίοντας τους γόφους
    και της ράχης το κόκαλο, δύσκολης τέχνης
    το δρόμο στους ανθρώπους άνοιξα, και μάτια
    στης φλόγας έδωσα τα πριν τυφλά σημάδια.
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ὀσφῦς - Frisk etymologisches Wörterbuch
  2. οσφύς - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  3. ψόα - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.