ὕδραυλις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὕδραυλις < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ὕδραυλις, -εως θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (μουσικό όργανο) αρχαιοελληνικό πνευστό όργανο που λειτουργούσε με την πίεση που προκαλούσε το νερό στον αέρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ύδραυλις στη Βικιπαίδεια

Πηγές
[επεξεργασία]- ὕδραυλις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.