Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὠμοφαγέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὠμοφαγέω (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὠμοφάγος. Μορφολογικά αναλύεται σε ὠμο- (ὠμός) + -φαγέω / -φαγῶ

ὠμοφαγέω (ελληνιστική κοινή) (Χρειάζεται έλεγχο ασυναίρετου. συνηρημένου)