Brötchen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Brötchen (de) ουδέτερο

  1. ψωμάκι, φραντζολάκι
  2. είδος γλυκίσματος