Etymologie
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Etymologie < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Etymologie (de) θηλυκό
Σύνθετα
[επεξεργασία]- Volksetymologie (λαϊκή ετυμολογία)
Πηγές
[επεξεργασία]- Etymologie - Duden online.