Gegebenheit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Gegebenheit 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Gegebenheit (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Gegebenheiten)

Συνώνυμα[επεξεργασία]