Gesichtspunkt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Gesichtspunkt < Gesicht + Punkt

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Gesichtspunkt (de) αρσενικό