Μετάβαση στο περιεχόμενο

Sache

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Sache die Sachen
γενική der Sache der Sachen
δοτική der Sache den Sachen
αιτιατική die Sache die Sachen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Sache < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική sache < παλαιά άνω γερμανική sahha (νομική υπόθεση) < από το ρήμα «sahhan» (κάνω σε κάποιον αγωγή) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzaxə/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Sache (de) θηλυκό

  1. πράγμα, αντικείμενο
    παράδειγμα Warum hast du so viele Sachen im Schrank?
    Γιατί έχεις τόσα πολλά πράγματα στη ντουλάπα;
     συνώνυμα: Ding
  2. θέμα, ζήτημα
    παράδειγμα Es gibt noch eine Sache zu erledigen.
    Υπάρχει ένα ακόμα πράγμα που πρέπει να γίνει.
     συνώνυμα: Angelegenheit
  3. αντικείμενο συζήτησης
    παράδειγμα Hör auf zu reden und komm endlich zur Sache!
    Σταμάτα να μιλάς και μπες στο θέμα επιτέλους!
     συνώνυμα: Thema
  4. (νομικός όρος) η υπόθεση
     συνώνυμα: Rechtssache
  5. (προφορικό, μόνο στον πληθυντικό) χιλιόμετρα ανά ώρα
     συνώνυμα: Stundenkilometer

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Sache στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Sache - Duden online.
  2. Sache - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).