Temperatur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Temperatur (de) θηλυκό

  1. θερμοκρασία
    die Temperatur steigt - η θερμοκρασία ανεβαίνει