Verbrechensbekämpfung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Verbrechensbekämpfung (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Verbrechensbekämpfungen)

polizeiliche Maßnahmen für die Verbrechensbekämfpung - αστυνομικά μέτρα για τη δίωξη του εγκλήματος