Verkehr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Verkehr 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verkehr (de) αρσενικό

  • η κυκλοφορία (των αυτοκινήτων)
    der Verkehr ist stark geworden - η κυκλοφορία έχει μεγαλώσει πολύ