Verletzung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verletzung (de) θηλυκό

  1. πληγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]