abbassare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abbassare < basso

Ρήμα[επεξεργασία]

abbassare

  1. ελαττώνω
  2. μειώνω
  3. (μεταφορικά) ταπεινώνω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]