abbonamento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

abbonamento < abbonare + -mento

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

abbonamento (it)αρσενικό

  1. η συνδρομή
  2. η πληρωμή δόσεων