abbondante

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

abbondante (it) αρσενικό

  1. άφθονος, μπόλικος
  2. ευφραδής
  3. γόνιμος