abrutissement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bʁy.tis.mɑ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

abrutissement (fr) αρσενικό