Μετάβαση στο περιεχόμενο

academic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός academic
συγκριτικός more academic
υπερθετικός most academic

academic (en)

  • ακαδημαϊκός
    παράδειγμα  The school has established a reputation for academic excellence.
    Το σχολείο έχει αποκτήσει φήμη ακαδημαϊκής αριστείας.

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

academic (ro)