accampamento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

accampamento (it) αρσενικό

  1. στρατόπεδο, κατασκήνωση, καταυλισμός