accourir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

accourir 

Ρήμα[επεξεργασία]

accourir (fr)

  1. καταφθάνω τρέχοντας, με βιασύνη